Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Johann Ludwig Krebs: Concerto in G major for guitar and strings

*


*



Simon Vouet (9 January 1590 – 30 June 1649)  French painter


 Woman Playing the Guitar

*

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

120 μέρες στα Σόδομα.


*


*

Ο μόνος καθολικός νόμος που δύναται να αποτελεί το θεμέλιο της μεταηθικής είναι πως δεν υπάρχει καθολικός ηθικός νόμος. Δεν υπάρχει αντικειμενικά ηθικό/σωστό. Δεν υπάρχει το απόλυτο πρέπον. Δύνανται να υπάρχουν επιμέρους ηθικές γλώσσες/μορφές ζωής. Μέσα στις ομάδες των ανθρώπων που με κοινή συναίνεση αποδέχονται ένα ηθικό σύστημα αξιών, δύναται αυτό το σύστημα να αποτελεί ηθική αρχή και καθολικό νόμο, άλλα μόνο όσον αφορά τα μέλη της ομάδας (δεν είναι δηλαδή για πέταμα ολόκληρος ο Καντ). 

Το να θεωρήσουν τα μέλη της όποιας επιμέρους ομάδας πως αυτά και μόνο αποτελούν, για παράδειγμα, τον περιούσιο λαό του Θεού, τους ορθούς εκφραστές της Αλήθειας του Θείου, Ανθρώπινου, Συμπαντικού ή Φιλοσοφικού Λόγου, την καθαρή φυλή και  το άξιο αίμα, πως αυτά και μόνο εκφράζουν τη σωστή, δίκαιη, πρέπουσα, ορθολογική και ανθρωπιστική πρόταση πολιτισμού και εξ αυτού, να νομίζουν πως είναι και υποχρεωμένα να αναλάβουν το ιερό καθήκον (που εκπορεύεται από τον Θεό, την Ιδέα της Ελευθερίας ή της Ισότητας κλπ) να εκπολιτίσουν και να εξανθρωπίσουν τους υπόλοιπους, είναι καθαρός παραλογισμός. 

Το στρατηγικό σύστημα όλων προκειμένου να επιβληθούν ως η απόλυτη αλήθεια, το μοναδικό φως κλπ. είναι το διαλεχτικό σύστημα του παπατζή. Σε παραπλανώ (ενδεχομένως και με μαιευτική) έτσι ώστε να είσαι σίγουρος πως διαλέγεις τον παπά ενώ ο παπάς είναι πάντα και «απριόρι»… δίπλα (στη δική μου την πλευρά). Αν διαλέγεις πάντα αυτό που με βολεύει (και όχι μόνο την τσέπη μου, αλλά και τη φιλοσοφία μου και την ηθική μου) είσαι ελεύθερος, υγιής, αξιομνημόνευτος, ο τέλεια ψυχαναλυμένος κατ’ αυτόν ή κατά ‘κείνον, ίσος προς όλους, εν δυνάμει αθάνατος κλπ. Αν διαλέξεις «λάθος», είσαι μαϊμού. Έχεις ουρά, τρίχες, μύκητες, κέρατα, κουβαλάς ασθένειες, είσαι του Σατανά, του Μαρξ, του Θεού, της Ημισελήνου, φασίστας, ανώμαλος, φιλελεύθερος αστός-ντηντής μικροτσούτσουνος και ανέραστος εγωπαθής, αιώνιο θύμα, άξιο και προορισμένο για σκότωμα. Μπορείς βέβαια, αν θες (ελεύθερος είσαι εξάλλου!!) αντί να σε σκοτώσουμε, να μπεις ταυτόχρονα φυλακή, ψυχιατρείο, πανεπιστήμιο, να υποστείς πανεπιστημιακά πειράματα για το καλό της ανθρωπότητας και αν τα καταφέρεις να επιβιώσεις, ενώ θα χρεώνεσαι φυσικά βάσει μνημονίου για όλα αυτά, αν μας αποπληρώσεις (και έχεις επίσης  μορφωθεί και συμορφωθεί) θα σου κάνουμε την τιμή να δοκιμάσεις τα φρέσκα, αχνιστά σκατά μας (για να ξαναθυμηθούμε τόσο τον Σαντ όσο και τον υπέροχο και ελεύθερο μαρξιστή Παζολίνι και το Σαλό του).    



Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Marquis de Sade: Η Ηθική του Κακού



Άρθρο του Άλκη Γούναρη, με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου: Μαρκήσιος ντε Σαντ: Ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής. μτφρ.: Δημήτρης Γκινοσάτης. Σειρά: ερωτική λογοτεχνία. Εκδόσεις Νεφέλη. Δημοσιεύθηκε το Σάββατο 5/2/2011 στο ένθετο Βιβλιοθήκη (τ.641) της Εφημερίδας Ελευθεροτυπία  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05%2F02%2F2011&id=248252 .




Απόσπασμα από το Alkis Gounaris Files:

[...]

Γραμμένη λίγο πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, η νουβέλα του Ντε Σαντ αποκαλύπτει, όπως έχει υποστηριχθεί, την εκλεκτή συγγένεια του συγγραφέα με τον Hobbes, καθώς προβάλει με επιτυχία την εγγενώς «κακή» -σε εισαγωγικά, το τονίζω- φύση του ανθρώπου. Αντίθετα με τον σύγχρονό του, Ζακ-Ζακ Ρουσό, που θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του αγαθός κι ευγενής, ο Ντε Σαντ υπερασπίζεται την ατομική ηδονή ως το μέγιστο αγαθό μιας κατά τ’ άλλα εγωιστικής και α-ήθικης οντότητας. Η πρωταγωνίστριά του, η δωδεκάχρονη αρχικά Ζυστίν, αναζητώντας την αρετή, εμπλέκεται σε μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες: βοηθώντας ένα θύμα ληστείας, καταλήγει φυλακισμένη σε ένα μπουντρούμι, ζητώντας το έλεος ενός δικαστή εξευτελίζεται δημόσια, και τόσες άλλες, ων αληθώς ουκ έστιν αριθμός, και υποκύπτοντας πάντα τελικά στη σεξουαλική κακοποίησή της. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για μια αμιγώς τραγική ηρωίδα, και πως η ίδια η φύση παρεμβαίνει τελικώς στην κάθαρση και απελευθέρωσή της…

Για τον Ντε Σαντ, η χωρίς φραγμούς εναρμόνισή μας με τη φύση -και δη με την ανθρώπινη φύση μας- οδηγεί στην υπέρτατη μορφή ελευθερίας. Για να καταστεί κάτι τέτοιο δυνατό, είναι απαραίτητη η απεξάρτηση από κάθε μορφή κοσμικής ή υπερβατικής εξουσίας, που επιβάλλει τις αρχές και ορίζει το Καλό και τα Κακό. Απελευθερωμένος ο άνθρωπος από τις «έξωθεν» επιταγές, μπορεί να επιλέξει το Κακό, όπως και το Καλό, χωρίς αυτή του η επιλογή να φέρει καμιά ηθική βαρύτητα. Πιθανότατα όμως στο τέλος θα επιλέξει το κοινώς νοούμενο «κακό», επειδή έτσι επιβάλλεται από την εγγενώς «κακή» φύση του. Πράττοντας όμως κάποιος σύμφωνα με τη φύση του, η κάθε του πράξη χάνει το αξιολογικό και -συνεπώς- ηθικό της φορτίο. Με αυτόν τον τρόπο το «κακό» νομιμοποιείται και η διεκδίκησή του γίνεται δικαίωμα όλων.

Πέραν όμως μιας τέτοιου τύπου οντολογικής θεμελίωσης του «κακού» ως εγγενούς ιδιότητας του ανθρώπινου είδους, έχουν επιχειρηθεί και ορισμένες αμιγώς ηθικές προσεγγίσεις στο έργο του μαρκήσιου.

Δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες θέσεις προέρχονται από δύο γνωστούς γάλλους διανοητές: τον σύγχρονο Μισέλ Ονφρέ και τον «κλασικό» πλέον Ζακ Λακάν. Ο πρώτος ερμηνεύει τον Ντε Σαντ με γνώμονα τη σκληροπυρηνική χριστιανική ηθική του Αποστόλου Παύλου και ο δεύτερος, μέσω μιας απροσδόκητης σύγκρισης με την κατηγορική προσταγή του Ιμάνουελ Καντ.

Ο Ονφρέ αναγνωρίζει στον Ντε Σαντ κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «χριστιανικό θανατοφιλικό πάθος». Μέσω της άρνησης του άλλου, της απόρριψης του σώματός του, ως ταυτόσημου με την ηθική του προσωπικότητα -απέναντι στην οποία έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσεις-, συντηρείται, σύμφωνα με τον Ονφρέ, ο χριστιανικός μηδενισμός της σάρκας, και μαζί όλα τα συνεπακόλουθα ενός φοβικού δόγματος. Με μια, υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, ανάγνωση, θα μπορούσε εύκολα να διαπιστωθούν ομοιότητες της σαδικής απόλαυσης του πόνου με τη χριστιανική τιμωρία της σάρκας, του φαινομενικού σαδικού μίσους για τις γυναίκες με τον αντίστοιχο νευρωτικό (κατά τον Ονφρέ) μισογυνισμό (;) του Αποστόλου Παύλου, την ηδονή εκ βασανισμού με την υπερβατική έκσταση του θρησκευτικού μαρτυρίου κ.ο.κ.




Ο Ντε Σαντ, λέει ο Ονφρέ, συνδέει την αγαλλίαση με τον θάνατο, την απόλαυση με τον βασανισμό, τη μακαριότητα με τη δολοφονία, την ηδονή με το μαρτύριο. Το νόημα του σαδικού ερωτισμού είναι εν τέλει η εκμηδένιση και ο θάνατος, και αυτό συνάδει με το χριστιανικό πνεύμα του μηδενιστικού ερωτισμού, που οδηγεί στην αναζήτηση του ανύπαρκτου σώματος, ταυτόχρονα με την επιθυμία κακομεταχείρισης -βασανισμού- άρνησης του υπαρκτού σώματος.

Ο θάνατος συνιστά έναν κοινό παρονομαστή της θέσης του Ονφρέ με τη λακανική προσέγγιση του Ντε Σαντ, παρότι ο Λακάν διαχωρίζει τον υπαρξιακό από τον φυσικό θάνατο. Το ενδιαφέρον ωστόσο έγκειται στην κατά Λακάν καντιανή ανάγνωση του έργου του Ντε Σαντ. Ο Καντ, στην προσπάθειά του να απαλλάξει την ηθική από τη λεγόμενη φυσιοκρατική πλάνη -στην οποία οδηγεί με ακρίβεια η αναζήτηση του μέγιστου αγαθού- εισηγήθηκε μια ηθική προσταγή ως επιστέγασμα αυτού που ονόμασε πρακτικό λόγο. Σε αντίθεση με τον θεωρητικό λόγο, που προσανατολίζεται στη γνώση και βασίζεται στην εμπειρία, ο πρακτικός λόγος του Καντ προσανατολίζεται στην ηθική πράξη και βασίζεται, όχι στην εμπειρία, αλλά στην ελεύθερη βούληση. Για να είναι μια πράξη ηθική, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής αρχών και να υπακούει στην περίφημη κατηγορική προσταγή: «Πράξε έτσι, ώστε η ρυθμιστική αρχή της βούλησής σου να μπορεί να καταστεί συγχρόνως καθολικός νόμος». Αυτή η καθολικότητα αποτέλεσε τη βάση για την κατασκευή μιας αντίστοιχης -καντιανού τύπου- σαδικής προσταγής από τον Λακάν.

Ο Λακάν υποστηρίζει ότι το ηθικό μέρος της φιλοσοφίας τού Ντε Σαντ συνοψίζεται σε μια αρχή, όπως: «Εχω το δικαίωμα να χρησιμοποιώ και να απολαμβάνω το σώμα σου -μπορεί να μου πει οποιοσδήποτε- και θα ασκώ αυτό το δικαίωμα χωρίς κανένα όριο να περιορίσει την παρορμητικότητα τής βούλησής μου για κορεσμό». Αυτή η αρχή, ανάλογα με την κατηγορική προσταγή, είναι δυνάμει καθολικοποιήσιμη, αφού εμπεριέχει τη σημείωση «μπορεί να μου πει ο καθένας», εγκαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο μια αρχή αμοιβαιότητας. Δεν είναι μόνο το ότι μπορώ να πω στον άλλον ότι έχω το δικαίωμα να απολαύσω το σώμα του, αλλά ότι και ο άλλος μπορεί να πει το ίδιο σε μένα. Ο Ντε Σαντ δεν παρουσιάζει μια κοινωνία όπου ο άρχων λέει «έχω το δικαίωμα να απολαύσω τα κορμιά όλων των υπηκόων μου», αλλά αντιθέτως υποστηρίζει ότι όλοι μπορούν να πουν το ίδιο στον άλλον, και αυτό είναι εν τέλει συνεπές με το πνεύμα ισότητας και ελευθερίας, που προβάλλει ως αίτημα της εποχής.

Σε τούτο όμως το σημείο διαφαίνεται και αυτό που ο Λακάν ονομάζει σαδικό παράδοξο. Στην πραγματικότητα, το όριο της παρορμητικότητάς μου, στη χρήση του σώματος του άλλου, δεν υπάρχει, και συνεπώς μπορεί να επεκταθεί μέχρι θανάτου. Και φυσικά είναι αδύνατο να σκεφτούμε μια κοινωνία στην οποία μπορεί να ισχύει ένας τέτοιος νόμος, γιατί η καθολικοποίηση του ίδιου του δικαιώματος της χρήσης του σώματος του άλλου μέχρι θανάτου θα οδηγούσε την ίδια την κοινωνία σε εξαφάνιση.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο πολύσημης ερμηνείας μιας, κατά κάποιους αδαείς, «βλάσφημης», «προκλητικά πορνογραφικής» ή και «βαρετής» (έχει ειπωθεί και αυτό!), νουβέλας αναδύεται εύλογα το ερώτημα του Νίτσε, για το αν η φιλοσοφία εν τέλει δεν συνίσταται παρά σε μια ερμηνεία και μια παρερμηνεία του σώματος. Ενός σώματος, που εμπλέκεται αυθαίρετα, θα μπορούσαμε ίσως να συμπληρώσουμε, σε αξιολογικές και ηθικές κρίσεις.
__________________________________________


Παρατηρήσεις anonymous

1.Κατηγορική προσταγή  του Καντ: «Πράξε έτσι, ώστε η ρυθμιστική αρχή της βούλησής σου να μπορεί να καταστεί συγχρόνως καθολικός νόμος».

Ρυθμιστικές αρχές της βουλήσεως που να μπορούν να καταστούν συγχρόνως καθολικοί νόμοι, υπάρχουν διάφορες (εν δυνάμει, άπειρες) και εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους.

Ο Καντ λέει πως για να απαιτεί καθολική εγκυρότητα μια κρίση πρέπει να στηρίζεται σε κάτι που ενυπάρχει στον καθένα (όπως οι καθαρές έννοιες – η τοπιογραφία του νου) και που ο καθένας θα μπορούσε να το δει έτσι, αν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος. Κατάλληλα προετοιμασμένοι, όμως, δυνάμεθα να είμαστε όλοι προς το οτιδήποτε. Αν για παράδειγμα, όλοι οι άνθρωποι παρανοούν με τον ίδιο τρόπο, και βλέπουν το τετράγωνο, ως κύκλο, δίχως καμία αντίρρηση να εκφράζεται προς αυτό, τότε η κοινή παρανόησή τους δύναται κάλλιστα να καταστεί καθολικός νόμος και οι κύκλοι να νοούνται ως τετράγωνα δια ενός αδιαμφισβήτητου νόμου.  

2. «Και φυσικά είναι αδύνατο να σκεφτούμε μια κοινωνία στην οποία μπορεί να ισχύει ένας τέτοιος νόμος, γιατί η καθολικοποίηση του ίδιου του δικαιώματος της χρήσης του σώματος του άλλου μέχρι θανάτου θα οδηγούσε την ίδια την κοινωνία σε εξαφάνιση.»

Το ότι  «φυσικά είναι αδύνατο να σκεφτούμε μια κοινωνία στην οποία μπορεί να ισχύει ένας τέτοιος νόμος» δεν είναι ορθολογική σκέψη αλλά φυσιοκρατική. Ωφελιμιστική. Η λογική δύναται να λέει, για παράδειγμα,  πως αν σκεφτούμε α΄, μπορούμε να ζήσουμε όλοι ή αν σκεφτούμε β΄ θα οδηγηθούμε σε εξαφάνιση. Από πουθενά δεν προκύπτει πως είναι λογική επιταγή το να μην εξαφανιστούμε ή το να εξαφανιστούμε. Από πουθενά δεν προκύπτει πως από την καθαρή λογική, προέρχεται η ηθική. Η ηθική, όπως και η γλώσσα, είναι ζήτημα συμφωνίας. Κάλλιστα ηθική και ορθολογικότατη, με την παραπάνω έννοια, θα μπορούσε να είναι μια καθολική κρίση που θα υπέβαλλε την κοινωνία στην εθελούσια αυτοεξαφάνιση όλων των μελών της, για το καλό του πλανήτη. Ή αν, σύμφωνα με άλλο παράδειγμα, στον πλανήτη μπορούσαν να ζήσουν χίλιοι άνθρωποι και το γεγονός πως ζουν χίλιοι εκατό οδηγεί μαθηματικά στην εξαφάνιση όλων, τότε το να αποφασίσουν οι εκατό να αυτοκτονήσουν για το καλό των υπολοίπων χιλίων, θα τους καθιστούσε αυτομάτως ήρωες και «πραγματικά ελεύθερους» τόσο στα μάτια του Καντ, όσο και στα μάτια των υπολοίπων που θα παρέμεναν. Ωστόσο, αν την ρυθμιστική αρχή αυτών των εκατό, την υιοθετούσαν και οι χίλιοι εκατό, σύμφωνα τόσο με τον Καντ όσο και με την «κοινή λογική», αυτό θα ήταν μια αδιέξοδη και ανελεύθερη δράση.

Η ιδέα της ιδεατής μορφής ζωής και της ιδανικής πολιτείας της, όπου ό,τι δεν ταιριάζει σε αυτήν εξορίζεται από την επικράτεια της,  είναι ολοκληρωτισμός. Η ιδέα της συνύπαρξης όλων των δυνατών τρόπων ζωής και της ιδανικής πολιτείας τους σε εναρμονισμένο περιβάλλον, δίχως να αλληλοαναιρούνται οι θέσεις και αντιθέσεις τους, είναι η ιδέα της ελευθερίας. Και οι δύο ιδέες, είναι ολιστικές. Η πρώτη ιδέα, είναι ολοκληρωτικά δεσμευτική – είναι η ιδανική πολιτεία κατά την ύλη (και δεν διαφέρουν σ’ αυτό ο καπιταλισμός από τον μαρξισμό μια και είναι δυο αντίπαλοι ολοκληρωτισμοί). Η δεύτερη ιδέα, ολιστικά ελεύθερη – είναι η ιδανική πολιτεία μόνο κατά τη μορφή, μια και ως ύλη, εκλαμβάνονται όλες οι επί μέρους δυνατές μορφές ζωής, όπου η ιδανική πολιτεία τους ως μορφή, μεριμνά για την αρμονική ανάπτυξη όλων (και όχι της ιδανικής).  Εντός της επικράτειάς της δύνανται να συνυπάρχουν κάλλιστα και ο Καντ και ο Σαντ και ο μαρξισμός και ο καπιταλισμός, και ο χριστιανισμός και ο ισλαμισμός και η αθεΐα, αν κάθε τέτοιος όρος, ανταποκρίνεται σε διάφορους επιθυμητούς τρόπους ζωής.   
Το απόλυτο, από-στασιοποιημένο «καλό», είναι το ίδιο ολοκληρωτικό με το απόλυτο υπο-στασιοποιημένο «κακό». Η ελευθερία περιλαμβάνει τα πάντα ως σχετικές εκφάνσεις της.

Εμμένουμε στο ηθικό «μήνυμα» του ύστερου Βίτγκενστάιν, ότι δηλαδή:

…αντί της μάταιης αναζήτησης «αντικειμενικών» ηθικών αξιών, θα πρέπει να εγκύψουμε στη ζωή, και στις διαφορετικές μορφές της να επισημάνουμε και να σεβαστούμε την πολυμορφία των αξιών, οι οποίες, χωρίς να ταυτίζονται με τα γεγονότα της ζωής [της πραγματικότητας] και να χάνουν τη νοηματική τους αξία, προσδιορίζουν ωστόσο τον ηθικό τρόπο που ζουν οι άνθρωποι …(Πελεγρίνης, 1991)



Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Το νόμιμο δεν είναι και ηθικό

***



**

Το νόμιμο δεν είναι και ηθικό
Immanuel Kant


*